拒こばむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρνούμαι, απορρίπτω, αρνούμαι ευγενικά
  2. 02 εμποδίζω (να γίνει κάτι), αρνούμαι (π.χ. την πρόσβαση), μπλοκάρω

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれの提案ていあんを拒こばんだ。

    Εγώ αρνήθηκα την πρότασή του.

  • 彼女かのじょは、どんなに魅力みりょくある話はなしでも、倫理りんりに反はんすることは拒こばむと言いった。

    Αυτή είπε ότι, όσο ελκυστική κι αν ήταν η πρόταση, θα αρνιόταν οτιδήποτε ήταν ενάντια στην ηθική.

  • 新あたらしい技術ぎじゅつの導入どうにゅうは効率こうりつを上あげるかもしれないが、人間にんげんの役割やくわりを奪うばうことに繋つながるのであれば、安易あんいに受うけ入いれることを拒こばむべきだ。

    Αν και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών μπορεί να αυξήσει την αποδοτικότητα, θα πρέπει να αρνηθούμε να τις αποδεχτούμε αβίαστα, αν αυτό οδηγήσει στην αφαίρεση του ανθρώπινου ρόλου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
拒む
Παρόν (ευγενικό)
拒みます
Άρνηση (απλή)
拒まない
Άρνηση (ευγενική)
拒みません
Παρελθόν (απλό)
拒んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
拒みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拒まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拒みませんでした
Τε-μορφή
拒んで
Δυνητική
拒める
Προστακτική
拒め
Βουλητική
拒もう
Υποθετική (ば)
拒めば