拓く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανοίγω (π.χ. μονοπάτι), καθαρίζω (το δρόμο), εκχερσώνω (π.χ. γη)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 拓く
- Παρόν (ευγενικό)
- 拓きます
- Άρνηση (απλή)
- 拓かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 拓きません
- Παρελθόν (απλό)
- 拓いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 拓きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 拓かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 拓きませんでした
- Τε-μορφή
- 拓いて
- Δυνητική
- 拓ける
- Προστακτική
- 拓け
- Βουλητική
- 拓こう
- Υποθετική (ば)
- 拓けば
- Υποθετική (たら)
- 拓いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 拓きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 拓くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 拓きなさい
- Παθητική
- 拓かれる
- Αιτιατική
- 拓かせる