たくしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποικισμός, ανάπτυξη, εγκατάσταση, εκμετάλλευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
拓殖する
Παρόν (ευγενικό)
拓殖します
Άρνηση (απλή)
拓殖しない
Άρνηση (ευγενική)
拓殖しません
Παρελθόν (απλό)
拓殖した
Παρελθόν (ευγενικό)
拓殖しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拓殖しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拓殖しませんでした
Τε-μορφή
拓殖して
Δυνητική
拓殖できる
Προστακτική
拓殖しろ
Βουλητική
拓殖しよう
Υποθετική (ば)
拓殖すれば