かかずら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μπλέκω σε μια υπόθεση, έχω σχέση με μια προβληματική κατάσταση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κολλάω σε λεπτομέρειες, είμαι σχολαστικός με ασήμαντα πράγματα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συμμετέχω σε μια εργασία, τριγυρνάω άσκοπα, ενοχλώ κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
拘う
Παρόν (ευγενικό)
拘います
Άρνηση (απλή)
拘わない
Άρνηση (ευγενική)
拘いません
Παρελθόν (απλό)
拘った
Παρελθόν (ευγενικό)
拘いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拘わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拘いませんでした
Τε-μορφή
拘って
Δυνητική
拘える
Προστακτική
拘え
Βουλητική
拘おう
Υποθετική (ば)
拘えば