拘り合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη μπλέκω σε μια δυσάρεστη υπόθεση, έχω σχέση με κάποιο προβληματικό ζήτημα
- 02 επιμένω σχολαστικά σε ασήμαντες λεπτομέρειες, γίνομαι σχολαστικός με κάτι ασήμαντο
- 03 συμμετέχω σε κάποια εργασία, τριγυρίζω χωρίς λόγο, ενοχλώ κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 拘り合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 拘り合います
- Άρνηση (απλή)
- 拘り合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 拘り合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 拘り合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 拘り合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 拘り合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 拘り合いませんでした
- Τε-μορφή
- 拘り合って
- Δυνητική
- 拘り合える
- Προστακτική
- 拘り合え
- Βουλητική
- 拘り合おう
- Υποθετική (ば)
- 拘り合えば
- Υποθετική (たら)
- 拘り合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 拘り合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 拘り合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 拘り合いなさい
- Παθητική
- 拘り合われる
- Αιτιατική
- 拘り合わせる