拘る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εμμονικά προσκολλώμαι (σε), δίνω υπερβολική σημασία (σε), αναλώνομαι (σε), ανησυχώ υπερβολικά (για), γίνομαι σχολαστικός (με), κολλάω (σε)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα δίνω ιδιαίτερη προσοχή (σε), είμαι επιλεκτικός (με), είμαι σχολαστικός (με), επιμένω (σε), είμαι ανυποχώρητος
- 03 παρωχημένο συνήθως γραμμένο με κάνα εγκλωβίζομαι, παρακωλύομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 拘る
- Παρόν (ευγενικό)
- 拘ります
- Άρνηση (απλή)
- 拘らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 拘りません
- Παρελθόν (απλό)
- 拘った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 拘りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 拘らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 拘りませんでした
- Τε-μορφή
- 拘って
- Δυνητική
- 拘れる
- Προστακτική
- 拘れ
- Βουλητική
- 拘ろう
- Υποθετική (ば)
- 拘れば
- Υποθετική (たら)
- 拘ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 拘りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 拘るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 拘りなさい
- Παθητική
- 拘られる
- Αιτιατική
- 拘らせる