拙せつ

ουσιαστικό, επίθετο, αντωνυμία | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό ανίκανος, αδέξιος
  2. 02 ταπεινό ανδρικό εγώ (ταπεινή δήλωση)

Παραδείγματα

  • 拙せつな者ものです。

    Είμαι ανίκανος.

  • 私わたしは拙せつではございますが、精一杯せいいっぱいやらせていただきます。

    Αν και είμαι αδέξιος, θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ.

  • 拙せつには荷にが重おもすぎると存ぞんじますが、皆様みなさまのお役やくに立たてるよう努つとめます。

    Αν και πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ βαρύ για μένα, θα προσπαθήσω να είμαι χρήσιμος σε όλους.