つたな

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χαμηλής ποιότητας, πρόχειρος, ακατέργαστος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αδέξιος, ακατάλληλος, ανίκανος, ανεπαρκής, φτωχός, αφελής, αδέξιος
  3. 03 άτυχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
拙い
Παρόν (ευγενικό)
拙いです
Άρνηση (απλή)
拙くない
Άρνηση (ευγενική)
拙くないです
Παρελθόν (απλό)
拙かった
Παρελθόν (ευγενικό)
拙かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拙くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拙くなかったです
Τε-μορφή
拙くて
Υποθετική (ば)
拙ければ