拝眉
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χαίρομαι που σε βλέπω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 拝眉する
- Παρόν (ευγενικό)
- 拝眉します
- Άρνηση (απλή)
- 拝眉しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 拝眉しません
- Παρελθόν (απλό)
- 拝眉した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 拝眉しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 拝眉しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 拝眉しませんでした
- Τε-μορφή
- 拝眉して
- Δυνητική
- 拝眉できる
- Προστακτική
- 拝眉しろ
- Βουλητική
- 拝眉しよう
- Υποθετική (ば)
- 拝眉すれば
- Υποθετική (たら)
- 拝眉したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 拝眉したい
- Απαγορευτική (~な)
- 拝眉するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 拝眉しなさい
- Παθητική
- 拝眉される
- Αιτιατική
- 拝眉させる