はいそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταπεινό ξεπροβοδίζω, συνοδεύω (π.χ. στο σπίτι)
  2. 02 ταπεινό αποστέλλω, προωθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
拝送する
Παρόν (ευγενικό)
拝送します
Άρνηση (απλή)
拝送しない
Άρνηση (ευγενική)
拝送しません
Παρελθόν (απλό)
拝送した
Παρελθόν (ευγενικό)
拝送しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拝送しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拝送しませんでした
Τε-μορφή
拝送して
Δυνητική
拝送できる
Προστακτική
拝送しろ
Βουλητική
拝送しよう
Υποθετική (ば)
拝送すれば