かくふく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπλάτυνση (δρόμου)
  2. 02 διαπλατύνω (ειδικά δρόμο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
拡幅する
Παρόν (ευγενικό)
拡幅します
Άρνηση (απλή)
拡幅しない
Άρνηση (ευγενική)
拡幅しません
Παρελθόν (απλό)
拡幅した
Παρελθόν (ευγενικό)
拡幅しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拡幅しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拡幅しませんでした
Τε-μορφή
拡幅して
Δυνητική
拡幅できる
Προστακτική
拡幅しろ
Βουλητική
拡幅しよう
Υποθετική (ば)
拡幅すれば