くく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγάζω κοινό παράγοντα (π.χ. στην άλγεβρα), απομονώνω κοινά στοιχεία

Κλίση

Παρόν (απλό)
括り出す
Παρόν (ευγενικό)
括り出します
Άρνηση (απλή)
括り出さない
Άρνηση (ευγενική)
括り出しません
Παρελθόν (απλό)
括り出した
Παρελθόν (ευγενικό)
括り出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
括り出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
括り出しませんでした
Τε-μορφή
括り出して
Δυνητική
括り出せる
Προστακτική
括り出せ
Βουλητική
括り出そう
Υποθετική (ば)
括り出せば