括る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δένω, συγκεντρώνω, περιδένω, πακετάρω, στερεώνω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα γράφεται και ως 縊る απαγχονίζομαι
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συνοψίζω, συγκεντρώνω, ενοποιώ
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα εκτιμώ, υπολογίζω
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα βάφω με τη μέθοδο tie-dye
- 06 αρχαϊκό κρατώ υπό κράτηση, ελέγχω, συγκρατώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 括る
- Παρόν (ευγενικό)
- 括ります
- Άρνηση (απλή)
- 括らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 括りません
- Παρελθόν (απλό)
- 括った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 括りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 括らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 括りませんでした
- Τε-μορφή
- 括って
- Δυνητική
- 括れる
- Προστακτική
- 括れ
- Βουλητική
- 括ろう
- Υποθετική (ば)
- 括れば
- Υποθετική (たら)
- 括ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 括りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 括るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 括りなさい
- Παθητική
- 括られる
- Αιτιατική
- 括らせる