くく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δένω, συγκεντρώνω, περιδένω, πακετάρω, στερεώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα γράφεται και ως 縊る απαγχονίζομαι
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συνοψίζω, συγκεντρώνω, ενοποιώ
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα εκτιμώ, υπολογίζω
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα βάφω με τη μέθοδο tie-dye
  6. 06 αρχαϊκό κρατώ υπό κράτηση, ελέγχω, συγκρατώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
括る
Παρόν (ευγενικό)
括ります
Άρνηση (απλή)
括らない
Άρνηση (ευγενική)
括りません
Παρελθόν (απλό)
括った
Παρελθόν (ευγενικό)
括りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
括らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
括りませんでした
Τε-μορφή
括って
Δυνητική
括れる
Προστακτική
括れ
Βουλητική
括ろう
Υποθετική (ば)
括れば