ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σβήνω, απαλείφω

Κλίση

Παρόν (απλό)
拭き消す
Παρόν (ευγενικό)
拭き消します
Άρνηση (απλή)
拭き消さない
Άρνηση (ευγενική)
拭き消しません
Παρελθόν (απλό)
拭き消した
Παρελθόν (ευγενικό)
拭き消しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拭き消さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拭き消しませんでした
Τε-μορφή
拭き消して
Δυνητική
拭き消せる
Προστακτική
拭き消せ
Βουλητική
拭き消そう
Υποθετική (ば)
拭き消せば