けん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίζω παιχνίδι με τα χέρια (όπως πέτρα, ψαλίδι, χαρτί)

Κλίση

Παρόν (απλό)
拳を打つ
Παρόν (ευγενικό)
拳を打ちます
Άρνηση (απλή)
拳を打たない
Άρνηση (ευγενική)
拳を打ちません
Παρελθόν (απλό)
拳を打った
Παρελθόν (ευγενικό)
拳を打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拳を打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拳を打ちませんでした
Τε-μορφή
拳を打って
Δυνητική
拳を打てる
Προστακτική
拳を打て
Βουλητική
拳を打とう
Υποθετική (ば)
拳を打てば