拵える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: こしらえる
- 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα φτιάχνω, κατασκευάζω, δημιουργώ
- 02 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα οικοδομώ, χτίζω
- 03 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα ετοιμάζω, προετοιμάζω, προπαρασκευάζω
- 04 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα ντύνομαι, στολίζομαι, βάφομαι
- 05 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα συγκεντρώνω χρήματα, μαζεύω, αποταμιεύω, δημιουργώ χρέος
- 06 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα αποκτώ παιδί, σύντροφο ή εραστή, κάνω φίλο, ξεκινώ ερωτική σχέση
- 07 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα επινοώ δικαιολογία, κατασκευάζω ιστορία, πλάθω, σκαρώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 拵える
- Παρόν (ευγενικό)
- 拵えます
- Άρνηση (απλή)
- 拵えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 拵えません
- Παρελθόν (απλό)
- 拵えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 拵えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 拵えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 拵えませんでした
- Τε-μορφή
- 拵えて
- Δυνητική
- 拵えられる
- Προστακτική
- 拵えろ
- Βουλητική
- 拵えよう
- Υποθετική (ば)
- 拵えれば
- Υποθετική (たら)
- 拵えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 拵えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 拵えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 拵えなさい
- Παθητική
- 拵えられる
- Αιτιατική
- 拵えさせる