拾ひろい上あげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σηκώνω
  2. 02 επιλέγω, εντοπίζω, ξεχωρίζω, επισημαίνω (π.χ. βασικά σημεία σε ένα άρθρο)

Παραδείγματα

  • 子供こどもがボールを拾ひろい上あげました。

    Το παιδί σήκωσε την μπάλα.

  • 道みちに落おちていた小銭こぜにを拾ひろい上あげた。

    Σήκωσα τα ψιλά που είχαν πέσει στο δρόμο.

  • 彼かれは才能さいのうのある若者わかものを見事みごとに拾ひろい上あげて、一流いちりゅうのアーティストに育そだてた。

    Κατάφερε να ανακαλύψει ταλέντα σε νέους ανθρώπους και τους ανέδειξε σε κορυφαίους καλλιτέχνες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
拾い上げる
Παρόν (ευγενικό)
拾い上げます
Άρνηση (απλή)
拾い上げない
Άρνηση (ευγενική)
拾い上げません
Παρελθόν (απλό)
拾い上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
拾い上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拾い上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拾い上げませんでした
Τε-μορφή
拾い上げて
Δυνητική
拾い上げられる
Προστακτική
拾い上げろ
Βουλητική
拾い上げよう
Υποθετική (ば)
拾い上げれば