拾い歩き
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περιφέρομαι, τριγυρνώ
- 02 περπάτημα στο καλύτερο σημείο του δρόμου (για αποφυγή λακκουβών κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 拾い歩きする
- Παρόν (ευγενικό)
- 拾い歩きします
- Άρνηση (απλή)
- 拾い歩きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 拾い歩きしません
- Παρελθόν (απλό)
- 拾い歩きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 拾い歩きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 拾い歩きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 拾い歩きしませんでした
- Τε-μορφή
- 拾い歩きして
- Δυνητική
- 拾い歩きできる
- Προστακτική
- 拾い歩きしろ
- Βουλητική
- 拾い歩きしよう
- Υποθετική (ば)
- 拾い歩きすれば
- Υποθετική (たら)
- 拾い歩きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 拾い歩きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 拾い歩きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 拾い歩きしなさい
- Παθητική
- 拾い歩きされる
- Αιτιατική
- 拾い歩きさせる