拾ひろう

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαζεύω, συλλέγω, σηκώνω
  2. 02 βρίσκω (κάτι που έπεσε και το σηκώνω)
  3. 03 επιλέγω, διαλέγω
  4. 04 βρίσκω (ανέλπιστα), πετυχαίνω, καταφέρνω, αρπάζω (π.χ. νίκη)
  5. 05 παραλαμβάνω (κάποιον, π.χ. με αυτοκίνητο), παίρνω
  6. 06 σταματάω (π.χ. ταξί), καλώ
  7. 07 λαμβάνω (σήμα, ήχο, παρεμβολή), πιάνω
  8. 08 προλαβαίνω να επιστρέψω (την μπάλα), επιστρέφω (δύσκολο χτύπημα)
  9. 09 προσλαμβάνω, δίνω δουλειά, αναλαμβάνω (π.χ. σε δύσκολες συνθήκες), φιλοξενώ
  10. 10 περπατάω, πηγαίνω με τα πόδια

Παραδείγματα

  • 私わたしはボールを拾ひろいます。

    Εγώ μαζεύω την μπάλα.

  • 道みちで落おちている財布さいふを拾ひろいました。

    Βρήκα ένα πορτοφόλι που είχε πέσει στον δρόμο.

  • 雨あめの日ひに道みちで鳴ないていた子猫こねこを拾ひろって、今いまでは私わたしたちの家族かぞくの一員いちいんです。

    Μάζεψα ένα γατάκι που έκλαιγε στον δρόμο μια βροχερή μέρα, και τώρα είναι μέλος της οικογένειάς μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
拾う
Παρόν (ευγενικό)
拾います
Άρνηση (απλή)
拾わない
Άρνηση (ευγενική)
拾いません
Παρελθόν (απλό)
拾った
Παρελθόν (ευγενικό)
拾いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拾わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拾いませんでした
Τε-μορφή
拾って
Δυνητική
拾える
Προστακτική
拾え
Βουλητική
拾おう
Υποθετική (ば)
拾えば