しゅうとく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εύρεση (απολεσθέντος αντικειμένου), περισυλλογή

Κλίση

Παρόν (απλό)
拾得する
Παρόν (ευγενικό)
拾得します
Άρνηση (απλή)
拾得しない
Άρνηση (ευγενική)
拾得しません
Παρελθόν (απλό)
拾得した
Παρελθόν (ευγενικό)
拾得しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拾得しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拾得しませんでした
Τε-μορφή
拾得して
Δυνητική
拾得できる
Προστακτική
拾得しろ
Βουλητική
拾得しよう
Υποθετική (ば)
拾得すれば