する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ
  2. 02 διατηρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
持する
Παρόν (ευγενικό)
持します
Άρνηση (απλή)
持しない
Άρνηση (ευγενική)
持しません
Παρελθόν (απλό)
持した
Παρελθόν (ευγενικό)
持しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
持しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
持しませんでした
Τε-μορφή
持して
Δυνητική
持できる
Προστακτική
持しろ
Βουλητική
持しよう
Υποθετική (ば)
持すれば