たせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναθέτω σε κάποιον να κρατήσει κάτι, επιτρέπω σε κάποιον να έχει κάτι, δίνω
  2. 02 βάζω κάποιον να μεταφέρει κάτι, στέλνω κάτι με κάποιον
  3. 03 διατηρώ, συντηρώ
  4. 04 αναγκάζω κάποιον να πληρώσει (π.χ. τον λογαριασμό), επιβαρύνω κάποιον με κάτι
  5. 05 γεννώ ελπίδες σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
持たせる
Παρόν (ευγενικό)
持たせます
Άρνηση (απλή)
持たせない
Άρνηση (ευγενική)
持たせません
Παρελθόν (απλό)
持たせた
Παρελθόν (ευγενικό)
持たせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
持たせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
持たせませんでした
Τε-μορφή
持たせて
Δυνητική
持たせられる
Προστακτική
持たせろ
Βουλητική
持たせよう
Υποθετική (ば)
持たせれば