持もちかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προτείνω (μια ιδέα κ.λπ.), υποβάλλω (πρόταση κ.λπ.), πλησιάζω κάποιον με σκοπό να του κάνω μια πρόταση

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれに話はなしを持もちかける。

    Του προτείνω μια ιδέα.

  • 新あたらしい企画きかくについて、上司じょうしに話はなしを持もちかける予定よていだ。

    Σκοπεύω να προτείνω την καινούργια ιδέα στο αφεντικό μου.

  • 彼かれは長年ながねんの夢ゆめだった世界一周旅行せかいいっしゅうりょこうの話はなしを、妻つまにようやく持もちかけることができた。

    Επιτέλους κατάφερε να προτείνει στη γυναίκα του το ταξίδι του γύρου του κόσμου, που ήταν το όνειρό του για χρόνια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
持ちかける
Παρόν (ευγενικό)
持ちかけます
Άρνηση (απλή)
持ちかけない
Άρνηση (ευγενική)
持ちかけません
Παρελθόν (απλό)
持ちかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
持ちかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
持ちかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
持ちかけませんでした
Τε-μορφή
持ちかけて
Δυνητική
持ちかけられる
Προστακτική
持ちかけろ
Βουλητική
持ちかけよう
Υποθετική (ば)
持ちかければ