持ち合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ισορροπώ, αντισταθμίζω
- 02 παραμένω αμετάβλητος
- 03 μοιράζομαι (π.χ. τα έξοδα), επωμίζομαι (ένα μέρος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 持ち合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 持ち合います
- Άρνηση (απλή)
- 持ち合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 持ち合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 持ち合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 持ち合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 持ち合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 持ち合いませんでした
- Τε-μορφή
- 持ち合って
- Δυνητική
- 持ち合える
- Προστακτική
- 持ち合え
- Βουλητική
- 持ち合おう
- Υποθετική (ば)
- 持ち合えば
- Υποθετική (たら)
- 持ち合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 持ち合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 持ち合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 持ち合いなさい
- Παθητική
- 持ち合われる
- Αιτιατική
- 持ち合わせる