持もち歩あるく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουβαλώ μαζί μου, έχω πάνω μου

Παραδείγματα

  • いつも本ほんを持もち歩あるきます。

    Πάντα κουβαλάω ένα βιβλίο μαζί μου.

  • 旅行りょこうするときは、必要ひつようなものだけを持もち歩あるくようにしています。

    Όταν ταξιδεύω, προσπαθώ να κουβαλάω μόνο τα απαραίτητα.

  • 災害時さいがいじに備そなえて、常つねに最小限さいしょうげんの非常食ひじょうしょくと水みずを持もち歩あるくように心こころがけています。

    Για να είμαι προετοιμασμένος σε περίπτωση καταστροφής, προσέχω πάντα να έχω μαζί μου ελάχιστες προμήθειες έκτακτης ανάγκης και νερό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
持ち歩く
Παρόν (ευγενικό)
持ち歩きます
Άρνηση (απλή)
持ち歩かない
Άρνηση (ευγενική)
持ち歩きません
Παρελθόν (απλό)
持ち歩いた
Παρελθόν (ευγενικό)
持ち歩きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
持ち歩かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
持ち歩きませんでした
Τε-μορφή
持ち歩いて
Δυνητική
持ち歩ける
Προστακτική
持ち歩け
Βουλητική
持ち歩こう
Υποθετική (ば)
持ち歩けば