持ち続ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνεχίζω να κρατώ, διατηρώ την κατοχή, διατηρώ, συνεχίζω να έχω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 持ち続ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 持ち続けます
- Άρνηση (απλή)
- 持ち続けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 持ち続けません
- Παρελθόν (απλό)
- 持ち続けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 持ち続けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 持ち続けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 持ち続けませんでした
- Τε-μορφή
- 持ち続けて
- Δυνητική
- 持ち続けられる
- Προστακτική
- 持ち続けろ
- Βουλητική
- 持ち続けよう
- Υποθετική (ば)
- 持ち続ければ
- Υποθετική (たら)
- 持ち続けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 持ち続けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 持ち続けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 持ち続けなさい
- Παθητική
- 持ち続けられる
- Αιτιατική
- 持ち続けさせる