ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη εργασία, αντικείμενα κ.λπ. που μεταφέρονται από το παρελθόν
  2. 02 κατάλοιπα τροφής, ό,τι έφαγε κανείς την προηγούμενη μέρα (και βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία πέψης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
持ち越しする
Παρόν (ευγενικό)
持ち越しします
Άρνηση (απλή)
持ち越ししない
Άρνηση (ευγενική)
持ち越ししません
Παρελθόν (απλό)
持ち越しした
Παρελθόν (ευγενικό)
持ち越ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
持ち越ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
持ち越ししませんでした
Τε-μορφή
持ち越しして
Δυνητική
持ち越しできる
Προστακτική
持ち越ししろ
Βουλητική
持ち越ししよう
Υποθετική (ば)
持ち越しすれば