持もち込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φέρνω μέσα, εισάγω, μεταφέρω μέσα
  2. 02 υποβάλλω (πρόταση, προσφορά, πρόβλημα κ.λπ.), προτείνω (π.χ. ένα έργο), καταθέτω (ένα παράπονο)
  3. 03 οδηγώ (σε άλλο στάδιο), παραπέμπω (π.χ. στο δικαστήριο), φτάνω (π.χ. στην παράταση, σε αγώνα μπαράζ)

Παραδείγματα

  • 部屋へやに飲のみ物ものを持もち込こまないでください。

    Μην φέρνετε ποτά στο δωμάτιο, παρακαλώ.

  • この議題ぎだいは次つぎの会議かいぎに持もち込こみましょう。

    Αυτό το θέμα ας το συζητήσουμε στην επόμενη συνάντηση.

  • 仕事しごとに私的してきな感情かんじょうを持もち込こむのは避さけるべきです。

    Θα πρέπει να αποφεύγουμε να μπλέκουμε προσωπικά συναισθήματα στη δουλειά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
持ち込む
Παρόν (ευγενικό)
持ち込みます
Άρνηση (απλή)
持ち込まない
Άρνηση (ευγενική)
持ち込みません
Παρελθόν (απλό)
持ち込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
持ち込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
持ち込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
持ち込みませんでした
Τε-μορφή
持ち込んで
Δυνητική
持ち込める
Προστακτική
持ち込め
Βουλητική
持ち込もう
Υποθετική (ば)
持ち込めば