持って回る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περιφέρω, κουβαλάω τριγύρω
- 02 μιλάω περιστροφικά, είμαι έμμεσος (για λόγο, πράξεις, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 持って回る
- Παρόν (ευγενικό)
- 持って回ります
- Άρνηση (απλή)
- 持って回らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 持って回りません
- Παρελθόν (απλό)
- 持って回った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 持って回りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 持って回らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 持って回りませんでした
- Τε-μορφή
- 持って回って
- Δυνητική
- 持って回れる
- Προστακτική
- 持って回れ
- Βουλητική
- 持って回ろう
- Υποθετική (ば)
- 持って回れば
- Υποθετική (たら)
- 持って回ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 持って回りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 持って回るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 持って回りなさい
- Παθητική
- 持って回られる
- Αιτιατική
- 持って回らせる