てはやす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εγκωμιάζω υπερβολικά, αποθεώνω, δίνω μεγάλη σημασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
持てはやす
Παρόν (ευγενικό)
持てはやします
Άρνηση (απλή)
持てはやさない
Άρνηση (ευγενική)
持てはやしません
Παρελθόν (απλό)
持てはやした
Παρελθόν (ευγενικό)
持てはやしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
持てはやさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
持てはやしませんでした
Τε-μορφή
持てはやして
Δυνητική
持てはやせる
Προστακτική
持てはやせ
Βουλητική
持てはやそう
Υποθετική (ば)
持てはやせば