ゆびをさす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δείχνω με το δάχτυλο
  2. 02 ιδιωματισμός κακολογώ κάποιον πίσω από την πλάτη του, κουτσομπολεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
指をさす
Παρόν (ευγενικό)
指をさします
Άρνηση (απλή)
指をささない
Άρνηση (ευγενική)
指をさしません
Παρελθόν (απλό)
指をさした
Παρελθόν (ευγενικό)
指をさしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
指をささなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
指をさしませんでした
Τε-μορφή
指をさして
Δυνητική
指をさせる
Προστακτική
指をさせ
Βουλητική
指をさそう
Υποθετική (ば)
指をさせば