ゆびめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόβω ένα δάχτυλό μου (ως πράξη μεταμέλειας)
  2. 02 μαγκώνω το δάχτυλό μου (σε πόρτα, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
指を詰める
Παρόν (ευγενικό)
指を詰めます
Άρνηση (απλή)
指を詰めない
Άρνηση (ευγενική)
指を詰めません
Παρελθόν (απλό)
指を詰めた
Παρελθόν (ευγενικό)
指を詰めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
指を詰めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
指を詰めませんでした
Τε-μορφή
指を詰めて
Δυνητική
指を詰められる
Προστακτική
指を詰めろ
Βουλητική
指を詰めよう
Υποθετική (ば)
指を詰めれば