指ズボ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό σκούντημα με το δάχτυλο (π.χ. σε μια γάτα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 指ズボする
- Παρόν (ευγενικό)
- 指ズボします
- Άρνηση (απλή)
- 指ズボしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 指ズボしません
- Παρελθόν (απλό)
- 指ズボした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 指ズボしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 指ズボしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 指ズボしませんでした
- Τε-μορφή
- 指ズボして
- Δυνητική
- 指ズボできる
- Προστακτική
- 指ズボしろ
- Βουλητική
- 指ズボしよう
- Υποθετική (ば)
- 指ズボすれば
- Υποθετική (たら)
- 指ズボしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 指ズボしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 指ズボするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 指ズボしなさい
- Παθητική
- 指ズボされる
- Αιτιατική
- 指ズボさせる