こう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσανατολισμός (προς), στόχευση (προς), κατεύθυνση (προς)
  2. 02 κατευθυντικός (π.χ. μικρόφωνο)
  3. 03 -προσανατολισμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
指向する
Παρόν (ευγενικό)
指向します
Άρνηση (απλή)
指向しない
Άρνηση (ευγενική)
指向しません
Παρελθόν (απλό)
指向した
Παρελθόν (ευγενικό)
指向しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
指向しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
指向しませんでした
Τε-μορφή
指向して
Δυνητική
指向できる
Προστακτική
指向しろ
Βουλητική
指向しよう
Υποθετική (ば)
指向すれば