Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
指汚しとて、切られもせず
ゆびきたなしとてきられもせず
指
指汚
ゆびきたな
しとて
、切
き
られもせず
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
παροιμία
δεν κόβεις το δάχτυλό σου επειδή λερώθηκε, είναι δύσκολο να αποκόψεις τους δεσμούς με στενούς συγγενείς ακόμα και αν είναι κακοί