がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμφανίζομαι (για αποδεικτικά στοιχεία κ.λπ.), γίνομαι γνωστός
  2. 02 συλλαμβάνομαι, πιάνομαι (για εγκληματία)
  3. 03 μετακινούμαι σε υψηλότερη θέση (για μέρος του σώματος), σηκώνομαι (π.χ. το χέρι για να τεθεί μια ερώτηση)
  4. 04 δείχνομαι, εκτίθεμαι δημόσια, αναφέρομαι (π.χ. ένα παράδειγμα), καταχωρίζομαι (ως υποψήφιος)
  5. 05 ξεσηκώνομαι δυναμικά (π.χ. φωνές από ενθουσιασμό), ενθουσιάζομαι, βρίσκομαι σε αναβρασμό (π.χ. για ένα πλήθος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
挙がる
Παρόν (ευγενικό)
挙がります
Άρνηση (απλή)
挙がらない
Άρνηση (ευγενική)
挙がりません
Παρελθόν (απλό)
挙がった
Παρελθόν (ευγενικό)
挙がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
挙がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
挙がりませんでした
Τε-μορφή
挙がって
Δυνητική
挙がれる
Προστακτική
挙がれ
Βουλητική
挙がろう
Υποθετική (ば)
挙がれば