こぞ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκεντρώνω τα πάντα μαζί
  2. 02 κάνω κάτι ως ομάδα, ενεργώ συλλογικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
挙る
Παρόν (ευγενικό)
挙ります
Άρνηση (απλή)
挙らない
Άρνηση (ευγενική)
挙りません
Παρελθόν (απλό)
挙った
Παρελθόν (ευγενικό)
挙りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
挙らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
挙りませんでした
Τε-μορφή
挙って
Δυνητική
挙れる
Προστακτική
挙れ
Βουλητική
挙ろう
Υποθετική (ば)
挙れば