きょこくいっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός εθνική ενότητα, ομοψυχία ολόκληρου του έθνους

Κλίση

Παρόν (απλό)
挙国一致する
Παρόν (ευγενικό)
挙国一致します
Άρνηση (απλή)
挙国一致しない
Άρνηση (ευγενική)
挙国一致しません
Παρελθόν (απλό)
挙国一致した
Παρελθόν (ευγενικό)
挙国一致しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
挙国一致しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
挙国一致しませんでした
Τε-μορφή
挙国一致して
Δυνητική
挙国一致できる
Προστακτική
挙国一致しろ
Βουλητική
挙国一致しよう
Υποθετική (ば)
挙国一致すれば