挙手
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σήκωμα του χεριού, ανάταση χεριών (π.χ. για ψηφοφορία)
- 02 χαιρετισμός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 挙手する
- Παρόν (ευγενικό)
- 挙手します
- Άρνηση (απλή)
- 挙手しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 挙手しません
- Παρελθόν (απλό)
- 挙手した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 挙手しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 挙手しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 挙手しませんでした
- Τε-μορφή
- 挙手して
- Δυνητική
- 挙手できる
- Προστακτική
- 挙手しろ
- Βουλητική
- 挙手しよう
- Υποθετική (ば)
- 挙手すれば
- Υποθετική (たら)
- 挙手したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 挙手したい
- Απαγορευτική (~な)
- 挙手するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 挙手しなさい
- Παθητική
- 挙手される
- Αιτιατική
- 挙手させる