挙用
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διορισμός, προαγωγή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 挙用する
- Παρόν (ευγενικό)
- 挙用します
- Άρνηση (απλή)
- 挙用しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 挙用しません
- Παρελθόν (απλό)
- 挙用した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 挙用しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 挙用しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 挙用しませんでした
- Τε-μορφή
- 挙用して
- Δυνητική
- 挙用できる
- Προστακτική
- 挙用しろ
- Βουλητική
- 挙用しよう
- Υποθετική (ば)
- 挙用すれば
- Υποθετική (たら)
- 挙用したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 挙用したい
- Απαγορευτική (~な)
- 挙用するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 挙用しなさい
- Παθητική
- 挙用される
- Αιτιατική
- 挙用させる