挙行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τέλεση (τελετής), εορτασμός (π.χ. γάμου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 挙行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 挙行します
- Άρνηση (απλή)
- 挙行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 挙行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 挙行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 挙行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 挙行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 挙行しませんでした
- Τε-μορφή
- 挙行して
- Δυνητική
- 挙行できる
- Προστακτική
- 挙行しろ
- Βουλητική
- 挙行しよう
- Υποθετική (ば)
- 挙行すれば
- Υποθετική (たら)
- 挙行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 挙行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 挙行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 挙行しなさい
- Παθητική
- 挙行される
- Αιτιατική
- 挙行させる