挙証
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 挙証する
- Παρόν (ευγενικό)
- 挙証します
- Άρνηση (απλή)
- 挙証しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 挙証しません
- Παρελθόν (απλό)
- 挙証した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 挙証しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 挙証しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 挙証しませんでした
- Τε-μορφή
- 挙証して
- Δυνητική
- 挙証できる
- Προστακτική
- 挙証しろ
- Βουλητική
- 挙証しよう
- Υποθετική (ば)
- 挙証すれば
- Υποθετική (たら)
- 挙証したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 挙証したい
- Απαγορευτική (~な)
- 挙証するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 挙証しなさい
- Παθητική
- 挙証される
- Αιτιατική
- 挙証させる