挟む
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρατώ ανάμεσα (π.χ. στα δάχτυλα, στα τσόπστικς), συγκρατώ, σφίγγω (από τις δύο πλευρές)
- 02 βάζω ανάμεσα, τοποθετώ ανάμεσα, εισάγω, παρεμβάλλω
- 03 πιάνω (π.χ. ένα δάχτυλο σε πόρτα), παγιδεύω, τσιμπώ
- 04 παρεμβάλλω (π.χ. μια διακοπή σε διαδικασία), υποβάλλω (π.χ. μια ένσταση), πετάω (π.χ. ένα αστείο)
- 05 βρίσκομαι εκατέρωθεν (π.χ. δρόμου, τραπεζιού), έχω μεταξύ μου, βρίσκομαι απέναντι (π.χ. από δρόμο, ποτάμι)
- 06 τρέφω (συναισθήματα), σπέρνω (π.χ. αμφιβολίες)
- 07 συνήθως γραμμένο με κάνα πιέζω σαν λαβίδα, εγκλωβίζω (με κίνηση σαν λαβίδα)
Παραδείγματα
-
箸でパンを挟みます。
Κρατάω ψωμί με τα chopsticks.
-
ドアに指を挟んでしまいました。
Έπιασα το δάχτυλό μου στην πόρτα.
-
彼の話に、つい余計な口を挟んでしまいました。
Δεν άντεξα και του πέταξα μια άχρηστη κουβέντα ενώ μιλούσε.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 挟む
- Παρόν (ευγενικό)
- 挟みます
- Άρνηση (απλή)
- 挟まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 挟みません
- Παρελθόν (απλό)
- 挟んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 挟みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 挟まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 挟みませんでした
- Τε-μορφή
- 挟んで
- Δυνητική
- 挟める
- Προστακτική
- 挟め
- Βουλητική
- 挟もう
- Υποθετική (ば)
- 挟めば
- Υποθετική (たら)
- 挟んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 挟みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 挟むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 挟みなさい
- Παθητική
- 挟まれる
- Αιτιατική
- 挟ませる