くじける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποθαρρύνομαι, χάνω το κουράγιο μου, απογοητεύομαι, καταρρακώνομαι (συναισθηματικά)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παθαίνω διάστρεμμα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα σπάω, θρυμματίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
挫ける
Παρόν (ευγενικό)
挫けます
Άρνηση (απλή)
挫けない
Άρνηση (ευγενική)
挫けません
Παρελθόν (απλό)
挫けた
Παρελθόν (ευγενικό)
挫けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
挫けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
挫けませんでした
Τε-μορφή
挫けて
Δυνητική
挫けられる
Προστακτική
挫けろ
Βουλητική
挫けよう
Υποθετική (ば)
挫ければ