振られる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εισπράττω απόρριψη, απορρίπτομαι (ερωτικά), χωρίζομαι, παραγκωνίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 振られる
- Παρόν (ευγενικό)
- 振られます
- Άρνηση (απλή)
- 振られない
- Άρνηση (ευγενική)
- 振られません
- Παρελθόν (απλό)
- 振られた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 振られました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 振られなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 振られませんでした
- Τε-μορφή
- 振られて
- Δυνητική
- 振られられる
- Προστακτική
- 振られろ
- Βουλητική
- 振られよう
- Υποθετική (ば)
- 振られれば
- Υποθετική (たら)
- 振られたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 振られたい
- Απαγορευτική (~な)
- 振られるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 振られなさい
- Παθητική
- 振られられる
- Αιτιατική
- 振られさせる