振りかける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πασπαλίζω (π.χ. αλάτι, πιπέρι, κ.λπ. πάνω στο φαγητό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 振りかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 振りかけます
- Άρνηση (απλή)
- 振りかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 振りかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 振りかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 振りかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 振りかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 振りかけませんでした
- Τε-μορφή
- 振りかけて
- Δυνητική
- 振りかけられる
- Προστακτική
- 振りかけろ
- Βουλητική
- 振りかけよう
- Υποθετική (ば)
- 振りかければ
- Υποθετική (たら)
- 振りかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 振りかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 振りかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 振りかけなさい
- Παθητική
- 振りかけられる
- Αιτιατική
- 振りかけさせる