りかざす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υψώνω (ειδικά πάνω από το κεφάλι), ανεμίζω (π.χ. σπαθί), επαιρόμαι
  2. 02 ασκώ (π.χ. δύναμη, εξουσία), διακηρύσσω (τις αρχές μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
振りかざす
Παρόν (ευγενικό)
振りかざします
Άρνηση (απλή)
振りかざさない
Άρνηση (ευγενική)
振りかざしません
Παρελθόν (απλό)
振りかざした
Παρελθόν (ευγενικό)
振りかざしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振りかざさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振りかざしませんでした
Τε-μορφή
振りかざして
Δυνητική
振りかざせる
Προστακτική
振りかざせ
Βουλητική
振りかざそう
Υποθετική (ば)
振りかざせば