振ふりかぶる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υψώνω ψηλά (π.χ. ένα σπαθί), κραδαίνω

Παραδείγματα

  • 腕うでを振りかぶるふりかぶる。

    Σηκώνω το χέρι μου ψηλά.

  • 野球やきゅうのピッチャーはボールを投なげる前まえに腕うでを大おおきく振りかぶるふりかぶる。

    Ο pitcher του μπέιζμπολ σηκώνει ψηλά το χέρι του πριν πετάξει την μπάλα.

  • 敵てきに対たいし、武士ぶしは長ながい刀かたなを頭上ずじょうに勢いきおいよく振りかぶるふりかぶると、その気迫きはくに周まわりの者ものは息いきを飲のんだ。

    Όταν ο σαμουράι σήκωσε ψηλά το μακρύ του σπαθί πάνω από το κεφάλι του με δύναμη εναντίον του εχθρού, όσοι ήταν γύρω του κόπηκε η ανάσα από την ένταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
振りかぶる
Παρόν (ευγενικό)
振りかぶります
Άρνηση (απλή)
振りかぶらない
Άρνηση (ευγενική)
振りかぶりません
Παρελθόν (απλό)
振りかぶった
Παρελθόν (ευγενικό)
振りかぶりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振りかぶらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振りかぶりませんでした
Τε-μορφή
振りかぶって
Δυνητική
振りかぶれる
Προστακτική
振りかぶれ
Βουλητική
振りかぶろう
Υποθετική (ば)
振りかぶれば