りほどく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τινάzω και ξεμπλέκω, τινάζομαι για να ελευθερωθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
振りほどく
Παρόν (ευγενικό)
振りほどきます
Άρνηση (απλή)
振りほどかない
Άρνηση (ευγενική)
振りほどきません
Παρελθόν (απλό)
振りほどいた
Παρελθόν (ευγενικό)
振りほどきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
振りほどかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
振りほどきませんでした
Τε-μορφή
振りほどいて
Δυνητική
振りほどける
Προστακτική
振りほどけ
Βουλητική
振りほどこう
Υποθετική (ば)
振りほどけば