振りまく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σκορπίζω, διασπείρω, ραντίζω, διαχέω
- 02 ξοδεύω αφειδώς (χρήματα), εκπέμπω αφειδώς (γοητεία κ.ά.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 振りまく
- Παρόν (ευγενικό)
- 振りまきます
- Άρνηση (απλή)
- 振りまかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 振りまきません
- Παρελθόν (απλό)
- 振りまいた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 振りまきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 振りまかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 振りまきませんでした
- Τε-μορφή
- 振りまいて
- Δυνητική
- 振りまける
- Προστακτική
- 振りまけ
- Βουλητική
- 振りまこう
- Υποθετική (ば)
- 振りまけば
- Υποθετική (たら)
- 振りまいたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 振りまきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 振りまくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 振りまきなさい
- Παθητική
- 振りまかれる
- Αιτιατική
- 振りまかせる